Η οικόσιτη γίδα (επιστημονική ονομασία: Αιξ η κατοικίδιος, Capra aegagrus hircus – ο αίγαγρος ο τράγος ή ο αίγαγρος ο αίγος, γίδα ή αίγα, είναι υποείδος της εξημερωμένης κατσίκας και κατάγεται από την άγρια (μη εξημερωμένη) κατσίκα της Νοτιοδυτικής Ασίας και της Ανατολικής Ευρώπης. Πρόκειται για ζώο μηρυκαστικό, της οικογένειας των βοοειδών και της τάξης των αρτιοδάχτυλων. Μαζί με το πρόβατο θεωρείται από τα πρώτα ζώα που εξημερώθηκαν από τους ανθρώπους. Εκτρέφονται για το γάλα, το κρέας και για το τρίχωμά τους. Τον τελευταίο αιώνα έγιναν δημοφιλή ζώα και ως κατοικίδια. Εχθροί της κατσίκας είναι τα σαρκοφάγα ζώα και τα αρπακτικά πουλιά. Η ευκολία στην απόκτηση και στη συντήρησή της, έκανε πολλούς να τη χαρακτηρίσουν «αγελάδα του φτωχού».
Η κατσίκα λέγεται και γίδα ή αίγα. Οι αρσενικές κατσίκες ονομάζονται τράγοι. Το νεαρό άτομο των δύο φύλων καλείται κατσίκι ή ερίφιο ως την ηλικία του ενός έτους και βετούλι από τον πρώτο έως τον δεύτερο χρόνο του. Η εγχώρια (ντόπια) ελληνική κατσίκα έχει διάφορα ονόματα ανάλογα με τα χρώματά της. Έτσι, η μαύρη κατσίκα λέγεται κόρμπα, η μαύρη με κοιλιά κίτρινη γκιόσα, η κοκκινωπή κάμπινα, η ασπρόμαυρη μπάρτσα, η σταχτιά κανούτα, καφετί κανέλλα και η άσπρη φλώρα.
Οι κατσίκες φαίνεται να εξημερώθηκαν σχεδόν 10.000 χρόνια πριν στα Όρη του Ζάγρου στο Ιράν. Ζώα αγροδίαιτα, ευκίνητα και έξυπνα, αποτέλεσαν ένα από τα πρώτα ζώα που εξημερώθηκαν από τον άνθρωπο.
Οι περισσότερες κατσίκες από τη φύση τους έχουν δύο κέρατα, των οποίων το σχήμα και το μέγεθος ποικίλλει ανάλογα με τη ράτσα. Υπάρχουν και μερικά θηλυκά με κέρατα. Υπάρχουν και κατσίκες χωρίς κέρατα ή και με πολλά κέρατα (μέχρι και 8). Το τελευταίο πιστεύεται ότι είναι γενετικό χαρακτηριστικό και, το οποίο κληρονομείται και είναι σπάνιο φαινόμενο. Τα κέρατα της κατσίκας είναι φτιαγμένα από οστά και περιβάλλονται από κερατίνη και άλλες πρωτεΐνες. Χρησιμοποιούνται ως μέσο άμυνας και κυριαρχίας. Το κεφάλι τους είναι μακρύ και τα μάτια τους ζωηρά. Η κατατομή τους και η γραμμή στη ράχη είναι ευθύγραμμες.
Ολόκληρο το σώμα τους καλύπτεται από τρίχωμα, διαφορετικό σε μήκος και χρώμα ανάλογα με τη ράτσα. Και τα δύο φύλα έχουν γένι. Μερικές φυλές προβάτων και κατσικών φαίνονται να έχουν ομοιότητες, ωστόσο διαφέρουν στην ουρά. Τα πρόβατα έχουν ουρές που κρέμονται προς τα κάτω και είναι συνήθως πιο μακριές από τις ουρές των αιγών.
Σε ορισμένα κλίματα, οι κατσίκες μπορούν να ζευγαρώνουν οποιαδήποτε ημέρα του χρόνου. Γενικά, το ζευγάρωμα γίνεται περίπου μέσα στον Σεπτέμβριο και η κύηση διαρκεί 148 ημέρες. Συνήθως γεννούν ένα κατσίκι ή δίδυμα, τα οποία τα θηλάζουν.
Συχνά οι εκτροφείς των αιγών κάνουν και τεχνητή γονιμοποίηση, για να διασταυρώσουν ράτσες.
Τρέφεται με φύλλα, τρυφερούς βλαστούς και μικρά κλαδιά από δέντρα, στα οποία σκαρφαλώνει η ίδια. Ενίοτε είναι καταστροφική για τα δέντρα, καθώς δεν τα αφήνει να αναπτυχθούν. Πολλές φορές τρώει ακόμα και πικρά φυτά, που δεν τρώνε τα άλλα ζώα
Η κατσίκα είναι πολύ χρήσιμη για τον άνθρωπο. Εκτρέφεται για το γάλα, το κρέας της και το μαλλί της. Επίσης, το δέρμα και η κοπριά της κατσίκας είναι εξίσου χρήσιμα (το πρώτο κυρίως για την κατασκευή υποδημάτων και ασκιών και η τελευταία ως λίπασμα).
Η γαλακτοπαραγωγή της εγχώριας κατσίκας διαρκεί 6 μήνες και φθάνει το ενάμισι λίτρο ημερησίως. Το γάλα της μπορεί να καταναλωθεί φρέσκο, αν και συνιστάται η παστερίωση, με σκοπό την απομάκρυνση των μικροβίων, όπως ο Staphylococcus aureus και η Escherichia coli.
Το γάλα της κατσίκας είναι πυκνότερο από της αγελάδας.
Από το γάλα της αίγας παράγεται τυρί, βούτυρο, παγωτό και άλλα προϊόντα. Το κατσικίσιο γάλα μπορεί να αντικαταστήσει το αγελαδινό για όσους είναι αλλεργικοί στο τελευταίο..
Το βούτυρο της κατσίκας είναι λευκό, επειδή οι αίγες παράγουν γάλα με την κίτρινη ουσία Β- καροτίνη και αυτή μετατρέπεται σε έναν άχρωμο τύπο της βιταμίνης Α.
Το τυρί της αίγας είναι γνωστό ως chèvre στη Γαλλία, από τη γαλλική λέξη για την κατσίκα. Υπάρχουν επίσης οι ποικιλίες τυριού Rocamadour και Montrachet.
Το κρέας του αίγου είναι εξαιρετικό και περιζήτητο, καθώς το κρέας του αρνιού είναι παχύτερο. Η ποιότητά του εξαρτάται και από την ηλικία του ζώου (τα μικρά σε ηλικία ζώα, ερίφια, έχουν καλύτερο κρέας). Η αίγα μαγειρεύεται με διάφορους τρόπους, ενώ από τα φαγώσιμα όργανα της κατσίκας, ο εγκέφαλος, τα πόδια και το κεφάλι της, αποτελούν βάση για σούπες και άλλα φαγητά.
Το κούρεμα της κατσίκας γίνεται κάθε άνοιξη. Από αυτό προέρχεται το γιδόμαλλο, που είναι γνωστό με την εμπορική ονομασία μοχέρ (από το αγγλικό mohair). Χρησιμοποιείται κυρίως για την κατασκευή σακιών, καπών και για σακούλες. Το μαλλί από ορισμένες ράτσες κατσίκας όπως της Άγκυρας (μοχέρ ή ανγκορά), Αγγλίας και Σκωτίας χρησιμοποιείται για υφάσματα, μερικά μάλιστα υψηλής ποιότητας (π.χ. κασμίρι).
Σημαντική ήταν η θέση της κατσίκας και στην Αρχαία Ελληνική Μυθολογία καθώς η κατσίκα Αμάλθεια αποτέλεσε την τροφό του θεού των θεών Δία, αποδίδοντάς της οι αρχαίοι Έλληνες ιδιαίτερη τιμή.